Φίλοι του Τ.Μ.Θ.

  • Μεγαλύτερο μέγεθος γραμματοσειράς
  • Προκαθορισμένο μέγεθος γραμματοσειράς
  • Μικρότερο μέγεθος γραμματοσειράς

ΑΡΧΗ | Αποθήκευση όλων των δημοσιευμένων άρθρων | Αρχαία Ελληνική Τεχνολογία (ΙΒα) - Αρχαία Αρχιτεκτονική

Αρχαία Ελληνική Τεχνολογία (ΙΒα) - Αρχαία Αρχιτεκτονική

E-mail Εκτύπωση PDF

Η σειρά των άρθρων που δημοσιεύονται, αποτελεί μια αξιόλογη εργασία του επιστημονικού προσωπικού του Τεχνικού Μουσείου Θεσσαλονίκης και του Κέντρου Διάδοσης Επιστημών και Μουσείου Τεχνολογίας, στο πλαίσιο του Ε.Π. Κοινωνία της Πληροφορίας, σε θέματα σχετικά με τις εξελίξεις της τεχνολογίας στην Αρχαία Ελλάδα, τις τομές και τα επιτεύγματα που άλλαξαν ριζικά τη ζωή των ανθρώπων σε όλα τα επίπεδα: στην παραγωγή, στην κατανάλωση τροφής, στην ένδυση, στις συνθήκες διαβίωσης,  στην επιστήμη και τον πολιτισμό .

 Σήμερα δημοσιεύονται αποσπάσματα που αφορούν το πρώτο μέρος του θέματος της Αρχαίας Αρχιτεκτονικής.

 

Εισαγωγικά για την Αρχαία Αρχιτεκτονική

Η αρχαία ελληνική αρχιτεκτονική γίνεται σε μας αντιληπτή σήμερα κυρίως μέσα από τα μεγάλα οικοδομήματα από τον 7ο αιώνα και εξής, αλλά οι ρίζες της είναι πολύ βαθύτερες ξεκινώντας από την ελλαδική προϊστορική εποχή. Τα δημιουργήματα της αρχιτεκτονικής, φορείς του ρυθμού σε κάθε ιστορική περίοδο, εκφράζουν το πνεύμα της εποχής την οποία αντιπροσωπεύουν περισσότερο από οποιαδήποτε άλλα έργα της τέχνης.

Ο τομέας της αρχιτεκτονικής είναι ένας τομέας ιδιαίτερα πολυσύνθετος, που προϋποθέτει την αλληλεπίδραση και τη συνεργασία πλήθους ανθρώπων, αρχιτεκτόνων, αναθετών, τεχνιτών, αλλά και φορέων εξουσίας, τόσο για την απλή παραγωγή των λίθων όσο και για τη δημιουργία πολύπλοκων αρχιτεκτονικών έργων, με βάση τις υπάρχουσες τεχνικές δυνατότητες, αλλά και τη δεδομένη οικονομική ευχέρεια κατά περίπτωση.

Τα υλικά δομής της Αρχαίας Αρχιτεκτονικής

Από την πρώιμη εποχή ο άνθρωπος στήριξε την οικοδομική του δραστηριότητα σε υλικά διαθέσιμα στο φυσικό του περιβάλλον, όπως το χώμα, το ξύλο και η πέτρα.* Τα βασικά υλικά της αρχιτεκτονικής μέχρι τον 7ο αιώνα ήταν το ξύλο και ο πηλός. Η παράδοση μάλιστα η οποία δημιουργήθηκε από τη χρήση των ξύλων στην αρχιτεκτονική, διατηρήθηκε στις μορφολογικές λεπτομέρειες των μεταγενέστερων λίθινων οικημάτων.

 

Ξύλο

Στην πρώιμη εποχή υπάρχουν πολλές πληροφορίες σχετικά με τη χρήση του ξύλου, χωρίς όμως αντίστοιχο πλήθος σχετικών υλικών καταλοίπων, καθώς το ξύλο είναι ένα υλικό που αποσυντίθενται με τα χρόνια και έτσι οι πληροφορίες που έχουμε σε σχέση με τα ξύλινα αρχιτεκτονήματα από τις ανασκαφές είναι περιορισμένες. Από τα στοιχεία πάντως που υπάρχουν είτε από τις πηγές, είτε από τις ανασκαφές, συμπεραίνεται πως μέχρι τον 7ο αιώνα το ξύλο χρησιμοποιούνταν οπωσδήποτε για την παραγωγή διαφόρων αρχιτεκτονικών μελών, όπως για κίονες, δοκούς, στέγες, επενδύσεις παραστάδων κτλ.[1] Κατά τη γεωμετρική περίοδο για τη διαμόρφωση των τοίχων παράλληλα με τα ωμά πλιθιά χρησιμοποιούνταν και ξυλοδεσιές, ενώ το κάτω μέρος των τοίχων γινόταν κυρίως από λίθους (λιθολόγημα) για λόγους καταπολέμησης της υγρασίας. Παράλληλα, σε κάποιες περιπτώσεις παρατηρούνται και τοίχοι εξ΄ ολοκλήρου κατασκευασμένοι από λίθους.

Από τα είδη του ξύλου η δρυς εφαρμοζόταν για την κατασκευή κιόνων, κατωφλίων, τετραξύλλων των ανοιγμάτων κ.α. Σύμφωνα με τον Βιτρούβιο (βιβλίο ΙΙ, κεφ. IX)

«τα δέντρα διαφέρουν μεταξύ τους ως προς τις ιδιότητές τους και κατά συνέπεια αυτό επηρεάζει και τη συμπεριφορά τους ως οικοδομικών υλικών. Η δρυς λοιπόν όντας δέντρο με πολλά «γήινα στοιχεία» περιέχει ελάχιστη υγρασία και διαρκεί για άπειρο χρόνο, κυρίως όταν είναι θαμμένη σε υπόγεια μνημεία. Αντίθετα όταν εκτεθεί σε υγρασία δημιουργεί ρωγμές στις κατασκευές στις οποίες χρησιμοποιείται. Η χειμωνιάτικη δρυς από την άλλη είναι πολύ χρήσιμη σε κτίρια, αλλά και αυτή όταν βρεθεί σε υγρό περιβάλλον, σαπίζει».

Το πεύκο και το έλατο χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή οροφών και πατωμάτων, ενώ από κέδρο κατασκευάζονταν οροφές, σκάλες και πατώματα. Από αυτά ο Βιτρούβιος (βιβλίο ΙΙ, κεφ. IX) αναφέρει για το έλατο ότι «περιέχει ως δέντρο ελάχιστη υγρασία, είναι από τη φύση του δύσκαμπτο και διατηρεί την ευθύτητά του όταν χρησιμοποιείται σε σκελετούς. Από τον κορμό του ελάτου το ψηλό μέρος που διακρίνεται για τη σκληρότητά του, ονομάζεται δεσμόξυλο, ενώ το κατώτερο σημείο, το καθαρό απόθεμα, διαχωρίζεται σε τέσσερα μέρη και ετοιμάζεται για τις ενώσεις».

Για τον κέδρο πάλι αναφέρει ότι

«ο κορμός του είναι ίσιος και από το συγκεκριμένο ξύλο ήταν κατασκευασμένο το άγαλμα της Άρτεμις και η οροφή στο ναό της Εφέσου, αλλά και πως η χρήση του ήταν διαδεδομένη καθώς πρόκειται για ένα ξύλο «αιώνιο».

Το κυπαρίσσι χρησιμοποιούνταν επίσης αρκετά - για παράδειγμα στη στέγη του Παρθενώνα - ενώ άλλα είδη προς οικοδομική χρήση ήταν η ελιά, η καρυδιά και η οξιά. Ο έβενος ήταν το κατεξοχήν ξύλο που εισάγονταν από το εξωτερικό.

Τα ξύλα τα μεταχειρίζονταν ακατέργαστα, πελεκητά (εν μέρει κατεργασμένα) και σχιστά (κατεργασμένα πλήρως με πριόνι). Παράλληλα, υπήρχαν και φύλλα ξύλου για επικολλήματα, όπως οι σημερινοί καπλαμάδες. Η μεταξύ τους σύνδεση πραγματοποιούνταν μέσω α) καθήλωσης με σιδερένια, ορειχάλκινα ή ξύλινα καρφιά (τύλους ή γόμφους) β) συνδέσμων σχήματος διπλής χελιδονούρας ή πελεκίνου γ) εντορμίας, όπως οι σημερινές πατούρες ή γκινισιές και δ) μέσω κόλλησης με ισχυρή κόλλα, ταυρόκολλα ή ιχθυόκολλα.

Τα ξυλουργικά εργαλεία

Οι ξυλουργοί, τέκτονες, χρησιμοποιούσαν ένα σύνολο εργαλείων όχι και πολύ διαφορετικά από τα σημερινά. Ορισμένα από τα βασικά εργαλεία των ξυλουργών ήταν ο πέλεκυς, το καμπύλον σκέπαρνον, ο πρίων, το τρύπανον ή τέρετρον, ο τόρνος και η ρυκάνη (πλάνη), ενώ ως βοηθητικά όργανα χρησιμοποιούνταν η κάθετος ή σταφυλή (νήμα στάθμης), το προσαγωγείον (γωνιά), ο διαβήτης και ο κανών .

Πηλός

Μεγάλη εφαρμογή κατά την αρχαϊκή περίοδο είχε ο ψημένος πηλός, καθώς χρησιμοποιούνταν όχι μόνο σε κεραμίδια, αλλά και σε στοιχεία επενδύσεως των ξύλινων μερών, σε μετόπες, επίκρανα παραστάδων κτλ. Στα κλασικά χρόνια συνεχιζόταν η ευρεία χρήση του οπτού πηλού σε κεραμίδια, υδρορροές, πηλοσωλήνες, ανθέμια, καθώς και σε αλλά ευπαθή στην υγρασία αρχιτεκτονικά μέλη.

Ο άψητος πηλός εφαρμοζόταν πολύ κυρίως σε τείχη, αλλά και σε σπίτια και κτίρια με δευτερεύουσα σημασία, χωρίς αυτό να αποκλείει τη χρήση τους ενίοτε και σε τοίχους μνημειωδών κτιρίων, όπως η στοά του Αμφιαράου ή το ανάκτορο της Βεργίνας.

Πετρώματα

Tα ιζηματογενή πετρώματα είχαν για την αρχαία αρχιτεκτονική μεγάλη σημασία. Πρόκειται για διάφορα είδη ασβεστόλιθων, όπως ο πωρόλιθος, ο τόφφος, ο απολιθωματικός ασβεστόλιθος και ο ψαμμιτικός ασβεστόλιθος, καθώς και διάφορα είδη αμμολίθων και μεταμορφωμένων πετρωμάτων με βάση τον ασβεστόλιθο, δηλαδή διάφορα είδη μαρμάρου, κροκαλοπαγών και λατυποπαγών λίθων. Άλλα μεταμορφωμένα πετρώματα, όπως ο γνεύσιος και ο μαρμαρυγιακός σχιστόλιθος, καθώς και σκληρά πλουτώνεια και ηφαιστειογενή πετρώματα (γρανίτης, πορφυρίτης, βασάλτης) χρησιμοποιούνταν μόνο στις περιοχές γύρω από τα κοιτάσματα. Τα πιο μαλακά ηφαιστειογενή πετρώματα, όπως ο ανδεσίτης, καθώς και τα ιζηματογενή ήταν επίσης περιορισμένα σε τοπική χρήση.

Τον 6ο αιώνα όλα τα μεγάλα και σημαντικά μνημεία ήταν λίθινα, καθώς ήδη από 620 π.Χ. περίπου ξεκινά η εφαρμογή του λίθου στους ναούς, με αποτέλεσμα τη σταδιακή εγκατάλειψη του ξύλου και του ωμού πλίνθου. Τον 6ο αιώνα μάλιστα εξαιρετικά εκτεταμένη υπήρξε η χρήση του πωρόλιθου.

Πωρόλιθος

Ο όρος πωρόλιθος, πώρος ή λίθος πώρινος, περιλαμβάνει κατά περιοχές πετρώματα διαφορετικής ποιότητας, μαλακά με ερυθροκίτρινο χρώμα που μπορούν να δουλευτούν με το σκαρπέλο, καθώς και τόφφους και απολιθωματοφόρους ασβεστόλιθους κυρίως γκρίζου χρώματος, η σκληρότητα των οποίων αυξάνεται με την παραμονή τους στον αέρα. Τα πετρώματα αυτά συναντώνται σε μεγάλη ποικιλία στην Ελλάδα, τη Σικελία, καθώς και τη Μικρά Ασία.

Κατά την αρχαϊκή, αλλά και την κλασική περίοδο χρησιμοποιούνταν πολλά διαφορετικά είδη πωρόλιθου, όπως ο κογχυλιάτης λίθος, υποκίτρινος αλλά ελαφρά σκληρός, περιέχοντας πολλά απολιθωμένα κοχύλια (παραδείγματα: ναός Δία στην Ολυμπία και Αθηνάς στην Αλίφειρα), ο καστανέρυθρος ωολιθικός πωρόλιθος (παράδειγμα: θησαυροί στα πανελλήνια ιερά και μεγάλοι ναοί Κάτω Ιταλίας) και ο υποκίτρινος Αιγινίτης (παράδειγμα: ναός Αφαίας στην Αλέα Τεγέας).

Εξωτερικά τα πώρινα μέλη δέχονταν ένα λεπτό στρώμα επιχρίσματος (stucco). Tο πάχος του επιχρίσματος ήταν συνήθως λεπτό, ενώ η χρήση του είχε ως στόχο να εξομαλύνει τις μικρές, φυσικές κοιλότητες, τους αρμούς, καθώς και να προστατεύσει την επιφάνεια από την υγρασία και να διευκολύνει την τοποθέτηση των χρωμάτων. Ο πωρόλιθος χρησιμοποιούνταν για τα ορατά μέρη των κτιρίων, ενώ αργότερα με τη διάδοση της χρήσης του μαρμάρου, χρησιμοποιούνταν κυρίως για γεμίσματα ή δομές ή δευτερεύοντα αρχιτεκτονικά μέλη, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει πως δεν χτίζονταν και κτίρια εξ΄ ολοκλήρου από πωρόλιθο, όπως για παράδειγμα το Αφροδίσιον της Επιδαύρου ή το Γυμνάσιο της Σικυώνος.

Ασβεστόλιθος

Την πιο συχνή χρήση πάντως απ' όλους τους λίθους είχε ο σκληρός, γκρίζος ασβεστόλιθος ο οποίος χρησιμοποιούνταν για οικοδόμηση οχυρών, θεμέλια κτιρίων, αλλά και για κτίρια με απλά μνημειακά χαρακτηριστικά. Ο ασβεστόλιθος χαρακτηρίζεται από τον Παυσανία ως επιχώριος λίθος. Στην Πειραϊκή χερσόνησο εξορυσσόταν ο ακτίτης λίθος, λευκόφαιου χρώματος, από τον οποίο είναι κατασκευασμένος ο Κιμώνειος Πύργος της Αθηνάς Νίκης. Άλλο είδος ασβεστόλιθου ήταν ο ροδόφαιος Αργυλεικός λίθος ο οποίος έχει χρησιμοποιηθεί για τις κρυπίδες των ναών, όπως για παράδειγμα για την κρηπίδα του Ολυμπιείου της Αθήνας.

Μία άλλη κατηγορία εγχώριων φαιοκύανων ασβεστολίθων, οι μέλανες ασβεστόλιθοι, χρησιμοποιούνταν σε πολλές περιοχές αντί για μάρμαρο. Ο μέλας αυτός ασβεστόλιθος είχε χρησιμοποιηθεί και στα θεμέλια του Εκατόμπεδου της Ακρόπολης, εξορυσσόμενος μάλιστα από τον ίδιο τον φαιοκύανο βράχο της Ακρόπολης.] Άλλος βαθυκύανος ασβεστόλιθος ήταν και ο ελευσινιακός λίθος, ο οποίος εξορυσσόταν στην Ελευσίνα και είχε χρησιμοποιηθεί σε δευτερεύοντα αρχιτεκτονικά στοιχεία, όπως στο δάπεδο του μεσαίου κλίτους του σηκού του ναού του Δία στην Ολυμπία.

Μάρμαρο

Ήδη από τον 6ο αιώνα είχε αρχίσει να χρησιμοποιείται το μάρμαρο αλλά σε περιορισμένο βαθμό, κυρίως σε συνδυασμό με τον πωρόλιθο σε σημεία των κτιρίων που θα δέχονταν γλυπτική ή ζωγραφική διακόσμηση ή και σε σημεία που θα ήταν περισσότερο εκτεθειμένα στην υγρασία. Στην κλασική περίοδο η χρήση του μαρμάρου αυξήθηκε σημαντικά, με αποτέλεσμα το υλικό να κυριαρχήσει τελικά στην αρχαία ελληνική αρχιτεκτονική. Κατά την περίοδο αυτή, το μάρμαρο ονομαζόταν λίθος λευκός ή λίθος πεντεληικός, υμήττιος ή πάριος, ενώ πέρα από τα λατομεία Πάρου και Νάξου που ήταν ήδη γνωστά από την αρχαϊκή εποχή, στην κλασική περίοδο ξεκίνησε η εκμετάλλευση και του λατομείου της Πεντέλης. Άλλα γνωστά λατομεία της αρχαιότητας ήταν αυτό της Ελευσίνας, της Τριπόλεως, του Άργους, του Σελινούντα, των Συρακουσών, της Σκύρου, της Βραυρώνος, αλλά και διάφορων άλλων περιοχών.

Το μάρμαρο της κάθε περιοχής είχε τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Το μάρμαρο της Πεντέλης για παράδειγμα ήταν μάρμαρο λευκό, λεπτόκοκκο και σχετικά διαφανές, με ελάχιστες προσμίξεις σιδήρου, το οποίο σε επαφή με την ατμόσφαιρα έπαιρνε μια ερυθρωπή απόχρωση, σε αντίθεση για παράδειγμα με το μάρμαρο της Τριπόλεως ή του ΄Αργους που ήταν σκοτεινού τόνου. Το μάρμαρο της Πάρου, πάνλευκο, χονδρόκοκκο, εξαιρετικής ποιότητας και εύκολο στη λάξευση, ήταν γνωστό ως λυχνίτης, γιατί η εξόρυξή του γινόταν μέσα σε βαθιές υπόγειες στοές που φωτίζονταν με λύχνους. Το μάρμαρο της Νάξου, επίσης λευκό και χονδρόκοκκο, αλλά όχι τόσο άριστης ποιότητας όσο το παριανό, χρησιμοποιούνταν όπως και το παριανό τόσο στη γλυπτική, όσο και στην αρχιτεκτονική. Λευκό επίσης αλλά δύσκολο στη λάξευση μάρμαρο παρήγαγε και η Θάσος, το οποίο μάλιστα εξαγόταν στις ακτές της Θράκης και της Μικράς Ασίας.[

Άλλα πετρώματα

Σε άλλα πάλι αφανή μέρη των ναών, κυρίως στα θεμέλια αλλά και στα αντιθήματα (γεμίσματα τοίχων) χρησιμοποιούνταν πετρώματα λιγότερο πολυτελή και δαπανηρά, όπως για παράδειγμα ο αρουραίος λίθος, κροκαλοπαγές ψαθυρό κοκκινωπό πέτρωμα ή ο ακρυλικός ή ο ακτίτης, είδη ασβεστόλιθου. Παράλληλα, υπήρχαν και διάφορα είδη τοπικών πετρωμάτων, όπως ο γνεύσιος τον οποίο χρησιμοποιούσαν στη Δήλο, τη Θάσο και τη Μίλητο για θεμέλια και απλή λιθοδομή. Άλλα πετρώματα ήταν ο γρανίτης ο οποίος χρησιμοποιούνταν μόνο σε ορισμένες περιοχές της Μακεδονίας, της Μυσίας, στη Δήλο και τη Νάξο, ο ανδεσίτης στη ΒΔ Μικρά Ασία και την Κύπρο, ο γυψόλιθος στην Πελοπόννησο, ο ψαμμιτικός ασβεστόλιθος στην Ολυμπία και ο αμμόλιθος στη Σαμοθράκη και την Καλυδώνα.[

Μέταλλα

Τα μέταλλα είχαν κι αυτά περιορισμένη χρήση στην αρχαία οικοδομική. Χρησιμοποιούνταν κυρίως για την κατασκευή σιδερένιων συνδέσμων και γόμφων για τη σύνδεση των λίθων των αρχιτεκτονημάτων, ενώ πάντοτε οι σύνδεσμοι αυτοί μολυβδοχοούνταν ώστε να αποφεύγεται η οξείδωσή τους. Ο σίδηρος ποτέ δεν χρησιμοποιούνταν για λόγους στατικούς. Ο ρόλος των σιδερένιων στοιχείων ήταν συγκεκριμένος και αφορούσε την ενίσχυση αλλά και τη σύνδεση μελών, όπως για παράδειγμα την ενίσχυση λίθινων μερών καταπονούμενων σε κάμψη, με τη χρήση αφανών ράβδων σιδήρου ή για την επένδυση του ξύλινου φέροντος μέρους των φύλλων των θυρών, ενώ από ορείχαλκο ήταν οι στροφείς (όλμοι) των θυρών και όλα τα εξαρτήματά τους. Μεταλλικά ήταν επίσης και ορισμένα στοιχεία των ναών με διακοσμητικό χαρακτήρα, όπως για παράδειγμα οι οφθαλμοί από τα ιωνικά κιονόκρανα που γινόταν από επιχρυσωμένο ορείχαλκο, καθώς και τα ακρωτήρια. Χάλκινα φύλλα διακοσμούσαν επίσης πρώιμα δωρικά κιονόκρανα.

Τα λατομεία και η εξόρυξη του μαρμάρου

Στις μέρες μας διασώζονται πολλά αρχαία λατομεία, όπως της Πεντέλης, του Σελινούντος, των Συρακουσών, της Βραυρώνος κ.α., με αποτέλεσμα να μπορούμε να έχουμε στη διάθεσή μας αρκετά στοιχεία σχετικά με την εξόρυξη των λίθων στην αρχαιότητα.

Η απόκτηση μεγάλων δομήσιμων λίθων στο λατομείο ήταν εύκολη μόνο εάν τύχαινε οι λίθοι να βρίσκονται αποσπασμένοι από το μητρικό τους πέτρωμα. Στην αντίθετη περίπτωση η απόσπαση των δομήσιμων λίθων γινόταν με τη βοήθεια κοπτικών και σχιστικών εργαλείων, παράλληλα με την εφαρμογή συγκεκριμένης μεθοδολογίας.

Η απόσχιση από το μητρικό πέτρωμα

Η απόσχιση ενός όγκου από το μητρικό πέτρωμα πραγματοποιούνταν με τη βοήθεια σφηνών κατά μήκος των στρωμάτων ή των νοητών επιφανειών ευκολότερου σχισμού, εφόσον ο λίθος ήταν περιμετρικά ελεύθερος. Η περιμετρική απελευθέρωση του όγκου πραγματοποιούνταν με τεχνητή τομή σε βάθος αντίστοιχο προς το ύψος ή το πάχος του, διαδικασία αρκετά δύσκολη σε περιπτώσεις συνεχούς και αρραγούς πετρώματος[1]. Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο λαξεύονταν είτε στενοί αύλακες σε βάθος 50-60εκ., είτε πλατιά τάφρος για μεγαλύτερο βάθος. Οι διαδικασίες αυτές ήταν χρονοβόρες και με σημαντικό βαθμό δυσκολίας και γι' αυτό οι λατόμοι φρόντιζαν να εκμεταλλεύονται στο μέγιστο βαθμό τις φυσικές ασυνέχειες των πετρωμάτων, ακολουθώντας τους ήδη υπάρχοντες φυσικούς αρμούς. Σε περιπτώσεις που οι αποστάσεις των αρμών ήταν πολύ μικρές, το υλικό αχρηστεύονταν. Όλα τα προηγούμενα είχαν σαν αποτέλεσμα με το πέρασμα των χρόνων κάθε λατομείο να αποκτά μία ιδιαίτερα ακανόνιστη μορφή. 

Το σπουδαιότερο γνώρισμα του πετρώματος είναι η ευκολία ή η δυσκολία με την οποία μπορεί να σχίζεται ομαλά κατά τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Παράλληλα, με τις πιθανές αθέατες εσωτερικές ασυνέχειες, τους επικίνδυνους κομμούς, τις διακοπές της κρυσταλλικής ασυνέχειας και τα λιθοτεχνικά ελαττώματά του, από το συνολικό πέτρωμα πάντα μόνο ένα τμήμα είναι λατομίσημο και από αυτό πάλι μόνο ένα μέρος απομένει ως ωφέλιμος όγκος, καθώς το υπόλοιπο θυσιάζεται στα διάφορα στάδια εργασίας. Έτσι από τους αρχαίους επιλέγονταν συνήθως τα κομμάτια που χωρίζονταν σαφώς από το υπόλοιπο συνεχές πέτρωμα, με ελεύθερες πλευρές και φυσικούς αρμούς.

Η απόκλιση του όγκου από το μητρικό πέτρωμα γινόταν με την τοποθέτηση σφηνών και μεγάλων μοχλών στις καλύτερες σχετικές θέσεις. Σ΄ αυτές τις θέσεις λάξευαν βαθιές φωλιές, προσέχοντας να επιτύχουν ακριβώς τις κατάλληλες διαστάσεις και κυρίως τη σύγκλιση των επιφανειών στις φωλιές των σφηνών. Μετά τη δοκιμή της καλής εφαρμογής των σιδερένιων σφηνών, που προσαρμόζονταν εκεί με τα κατάλληλα ελάσματα, τοποθετούνταν και οι βαρύτατοι σιδερένιοι μοχλοί, ικανοί να πολλαπλασιάζουν μέχρι και 30 φορές την ανθρώπινη δύναμη. Η επίκρουση των σφηνών πραγματοποιούνταν με τις βαρείες και με πολλές ωθήσεις επάνω στους μοχλούς, μέχρι να ακουστούν οι πρώτοι τριγμοί μαζί με τα πρώτα σύννεφα σκόνης. Η σταδιακή αυτή αποκόλληση είχε σαν αποτέλεσμα οι αρμοί να χαλαρώνουν και ορισμένες από τις σφήνες να χάνονται μέσα στο κενό. Τότε μεγαλύτερες σφήνες τοποθετούνταν στις ίδιες θέσεις για τις επόμενες κρούσεις. 

Μετά την αποκόλληση του όγκου και την πρώτη χαλάρωση των αρμών, κατάλληλα σκληρά γεμίσματα του σχηματιζόμενου κενού εξυπηρετούσαν την αποτελεσματική δράση των μοχλών. Το κενό όλο και μεγαλύτερο σιγά σιγά, επέτρεπε στο τέλος τους λατόμους να χωράνε μέσα σ' αυτό και να δουλεύουν σε κάθε μία από τις πλευρές του όγκου. 

Παράλληλα, ξεκινούσε η χονδρική αφαίρεση με την αποκοπή ολόκληρων τεμαχίων από τον όγκο, τα οποία θα έπρεπε μάλιστα να είναι όσο το δυνατόν μεγαλύτερα, ώστε να χρησιμοποιηθούν για τη λάξευση μικρότερων αρχιτεκτονικών μελών του κτιρίου. Για την απόσχιση των περιττών μερών του όγκου τοποθετούνταν και πάλι σφήνες μέσα σε κατάλληλα λαξευμένες αυλακώσεις, τις οποίες έκρουαν οι λατόμοι. Κάθε αντίστοιχο τεμάχιο αποκόπτονταν με τη βοήθεια σφηνών, αλλά και με τη βοήθεια συνεχών λαξευτών αυλάκων στις θέσεις του επιθυμητού σχισμού. Όλες αυτές οι θέσεις ήταν υπολογισμένες έτσι ώστε με την αποκοπή να προσεγγίζεται κατά το δυνατόν, το νοητό σχήμα του μελλοντικού αρχιτεκτονικού μέλους. Τέλος με μεγάλη προσοχή ο κύριος όγκος ξεσκονίζονταν και καθαρίζονταν με σκληρή βούρτσα και καθαρό νερό.

Η Γωνίαση του όγκου

Η εργασία συνεχιζόταν με την απομάκρυνση των αποκομμάτων και την απολάξευση σε όλες της πλευρές του κύριου όγκου, ώστε να αφαιρεθεί το περιττό πάχος, μέσα από ακριβέστερες μετρήσεις και γεωμετρικές πράξεις. Αμέσως μετά ετοιμάζονταν λαξευτοί οδηγοί για την επιπέδωση της άνω πλευράς και κάθετοι οδηγοί στις τέσσερις γωνίες για την επιπέδωση των πλευρικών επιφανειών, αλλά και για την ακριβή εύρεση των ορίων της κάτω πλευράς. 

Η κανονική γεωμετρική διαμόρφωση του όγκου άρχιζε με τη διαμόρφωση ενός αρχικού επιπέδου αναφοράς, το οποίο οριζόταν από περιμετρικούς λαξευτούς οδηγούς. Η συνεπιπεδότητα των οδηγών επιτυγχάνονταν με διαδοχικές διορθώσεις, έτσι ώστε δύο μακροί ευθύγραμμοι πήχεις, ξύλινοι αρχικά σιδερένιοι μετά, τοποθετημένοι σε δύο αντίθετες πλευρές να σκοπεύονται ακριβώς ο ένας επί του άλλου. Στο παρόν στάδιο εμφανίζονταν οι αγκώνες, τα μέρη δηλαδή αυτά της αρχικής μάζας τα οποία δεν αφαιρούνταν, έτσι ώστε να μαρτυρούν το πάχος του μαρμάρου που αφαιρέθηκε σε διάφορα στάδια της εργασίας, αλλά και ως σημεία λαβής ή στήριξης των όγκων κατά τη μετακίνηση, ανύψωση και μεταφορά τους Κορρές (1994) 76.

Εργαλεία κατεργασίας μαρμάρου

Γενική εισαγωγή

Πολλά από τα εργαλεία κατεργασίας των μαρμάρων αποτελούν εξέλιξη των εργαλείων του ξύλου και του πωρόλιθου. Άλλα βέβαια πάλι επινοήθηκαν απλά για τη λάξευση του μαρμάρου. Τα εργαλεία αυτά χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες: τα λατομικά, τα λιθοξοικά και τα γλυπτικά. Από τα σημαντικότερα λατομικά και λιθοξοικά εργαλεία είναι τα κοπτικά τα οποία ταξινομούνται σε αμέσως κρούοντα ή αμεσοκρουστικά (κρούοντα) ή τα εμμέσως κρούοντα ή εμμεσοκρουστικά (κρουόμενα).

Περιγραφή

Από τα κρούοντα τα οποία είναι κουραστικά εργαλεία στη χρήση τους, σημαντικότεροι είναι οι τύκοι (σώκοι, πικούνια), οι θραπίνες και τα διάφορα σκέπαρνα.

Τα κρουόμενα (σμίλες, βελόνια, ξοΐδες) παρέχουν χτυπήματα ελαφρά και ακριβή. Οι σμίλες χαρακτηρίζονται από διάφορα σχήματα τα οποία χρησιμοποιούνταν ανάλογα με τη σκληρότητα και το είδος του λίθου. Οι αιχμηρές σμίλες για παράδειγμα χρησιμοποιούνταν σε σκληρά, ενώ οι επίπεδες σε μαλακότερα πετρώματα. Η διπλή αιχμηρή σφύρα χρησιμοποιούνταν για μία αδρή προετοιμασία των ογκολίθων.

Τα τρυπάνια (τρύπανα) αρχικά από σωληνωτά κόκαλα και έπειτα από μέταλλο, λειτουργούσαν περιστροφικά με τη βοήθεια του χεριού ή ενός δοξαριού, τόσο από τους τεχνίτες, όσο και από τους γλύπτες.

Στην αρχαία εποχή η κατεργασία μεγάλων επιφανειών βασιζόταν κυρίως στη χρήση των κρουόντων εργαλείων, ενώ τα κρουόμενα χρησιμοποιούνταν κυρίως κατά μήκος των ακμών των όγκων ή των ορίων των επιφανειών, γιατί εκεί τα πλήγματα έπρεπε να είναι ελαφρύτερα και ακριβώς κατευθυνόμενα. Γενικώς τα αρχαία λιθουργικά εργαλεία ήταν σκληρότερα από τα σημερινά, πιο άθραυστα, οξύτερα, με κίνηση πολύ ταχύτερη και αριθμό πληγμάτων ανά λεπτό μεγαλύτερο.

Για τη χάραξη ευθειών ή στρογγυλεμένων ακμών χρησιμοποιούνταν οι ατσάλινες βελόνες και οι διαβήτες, καθώς επίσης και οι γωνίες. Το νήμα της στάθμης σε συνδυασμό με μία γωνία αποτελούσε μέρος της στάθμης (αλφάδι) η οποία είχε σχήμα κεφαλαίου Α και χρησίμευε για τον έλεγχο της οριζόντιας ευθείας.[

 Βιβλιογραφία

Κορρές Μ., Από την Πεντέλη στον Παρθενώνα, Τα αρχαία λατομεία και η ιστορία ενός ημιτελούς δωρικού κιονοκράνου του πρώτου μαρμάρινου Παρθενώνος, 1994

Επιστημονική Επιμέλεια : Δρ Κώστας Νικολαντωνάκης, Βάλεια Αμοιρίδου

 

 

 

Τελευταία Ενημέρωση στις Κυριακή, 19 Ιούνιος 2011 21:34  

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

ΜΕΓΑΛΕΣ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕΙΣ

1932

Εφευρίσκεται το υλικό πολαρόϊντ.

Μαθητικο Συνεδριο Πληροφορικης

ΤVSpot Τεχνικού Μουσείου