Φίλοι του Τ.Μ.Θ.

  • Μεγαλύτερο μέγεθος γραμματοσειράς
  • Προκαθορισμένο μέγεθος γραμματοσειράς
  • Μικρότερο μέγεθος γραμματοσειράς

ΑΡΧΗ | Αποθήκευση όλων των δημοσιευμένων άρθρων | Αρχαία Ελληνική Τεχνολογία (Η) - Αγροτικές εργασίες και εργαλεία

Αρχαία Ελληνική Τεχνολογία (Η) - Αγροτικές εργασίες και εργαλεία

E-mail Εκτύπωση PDF

Η σειρά των άρθρων που δημοσιεύονται, αποτελεί μια αξιόλογη εργασία του επιστημονικού προσωπικού του Τεχνικού Μουσείου Θεσσαλονίκης και του Κέντρου Διάδοσης Επιστημών και Μουσείου Τεχνολογίας, στο πλαίσιο του Ε.Π. Κοινωνία της Πληροφορίας, σε θέματα σχετικά με τις εξελίξεις της τεχνολογίας στην Αρχαία Ελλάδα, τις τομές και τα επιτεύγματα που άλλαξαν ριζικά τη ζωή των ανθρώπων σε όλα τα επίπεδα: στην παραγωγή, στην κατανάλωση τροφής, στην ένδυση, στις συνθήκες διαβίωσης,  στην επιστήμη και τον πολιτισμό.

Σήμερα δημοσιεύονται αποσπάσματα που αφορούν τις αγροτικές εργασίες στην Αρχαία Ελλάδα και τα κύρια αγροτικά εργαλεία

 Αγροτικές εργασίες

Σπορά

Η σπορά έπρεπε να γίνει αφού είχαν πέσει οι πρώτες βροχές, ενώ ο σπόρος έπρεπε να μοιράζεται σωστά στα αδύναμα εδάφη λιγότερο και στα βαριά περισσότερο, με το σπόρο να είναι καλύτερος από την περσινή σοδειά. Απαραίτητο ήταν να γνωρίζει κανείς καλά τη σύσταση του εδάφους για να καλλιεργούνται κάτω από τις καλύτερες συνθήκες και με τη μεγαλύτερη απόδοση τα διάφορα είδη. Εάν οι ρίζες ξεγυμνώνονταν από τη βροχή έπρεπε να σκεπαστούν και να ξεριζωθούν τα αγριόχορτα. Σε κάθε περίπτωση, για όλα τα φυτά, το πότισμα, το σκάψιμο, το κλάδεμα, το κόπρισμα και η αφαίρεση των ξεραμένων μερών ήταν κοινά.

 

Θερισμός

Ο θερισμός ήταν η συλλογή του καρπού μαζί με το στάχυ-άχυρο και γινόταν με τη χρήση του δρεπάνου, σε δύο ομάδες, ξεκινώντας από τα άκρα. Στους νεολιθικούς χρόνους ο θερισμός γινόταν κυρίως με δρεπάνι με οδόντες από πυριτόλιθο, ενώ αργότερα εδραιώθηκε η μεταλλική λεπίδα. Ο θερισμός έπρεπε να γίνεται όχι κόντρα στον άνεμο, ενώ το κόψιμο των σιτηρών έπρεπε να γίνετε χαμηλά για να υπάρχει περισσότερο άχυρο προς χρήση ή πάλι στο μέσον του στελέχους αν ήταν ψηλά, για να μην είναι κοπιαστικό το αλώνισμα.

Αλώνισμα

Τα στάχυα που μόλις είχαν θεριστεί, δένονταν με τους αμαλλοδετήρες; και στη συνέχεια τα δεμάτια μεταφέρονταν στο αλώνι που ήταν χώρος ανοιχτός, κυκλικός, ισοπεδωμένος και περιφραγμένος σε περιοχή που φυσούσαν άνεμοι. Κατά τη διάρκεια του αλωνίσματος τα στάχυα συνθλίβονταν είτε από τις οπλές των ζώων, που ήταν βόδια, ημιόνοι ή άλογα, είτε με χτυπήματα με ξύλινους κόπανους, που διέθεταν πριονωτή πλάκα στην κάτω πλευρά, ώστε να απελευθερωθούν τα σπέρματα, μέχρι να ξεχωρίσει δηλαδή ο χρήσιμος καρπός από τα άλλα μέρη του φυτού, τα άγανα, τα οποία χρησιμοποιούνταν στις ζωοτροφές.

Λίχνισμα

Μετά το αλώνισμα ακολουθούσε το λίχνισμα, το επίμονο δηλαδή τίναγμα στον αέρα, ώστε να παρασυρθεί το άχυρο από τους καρπούς, ενώ έπειτα γινόταν η φύλαξη του καρπού χωρίς να προηγηθεί απομάκρυνση του κελύφους. Το λίχνισμα γινόταν με το πτύον αντίθετα από τη φορά του ανέμου, αλλά σε τέτοια λοξή θέση ώστε να μην έρχονται στα μάτια των λικμητήρων τα άχυρα ή με το καλάθι του λιχνίσματος, το λίκνον. Το λίκνο ήταν ένα ευρύ, πλεκτό κάνιστρο το οποίο κρατούσε ο αλωνιστής από τις λαβές ανακινώντας το έως ότου το σιτάρι αποχωριστεί από το άχυρο. Το καλό λίχνισμα εξαρτιόταν σημαντικά από την πνοή του ανέμου. Οι λιχνοφόροι γνωρίζουμε ότι μετέφεραν ως ιερό σκεύος το λίκνο στις γιορτές κυρίως του Διονύσου και της Αθηνάς. Από τον Ξενοφώντα (Oeconomicus, 18.1-9) πληροφορούμαστε ότι όταν οι λιχνιστές είχαν φτάσει να ξεχωρίσουν το μισό σιτάρι, ο καθαρός καρπός δεν έπρεπε να μείνει πολλή ώρα απλωμένος στο αλώνι, αλλά αμέσως έπρεπε να συγκεντρωθεί στο κέντρο σε όσο το δυνατόν πιο στενό μέρος. 

Τα χέρσα χωράφια μετά το θερισμό μπορούσαν να καλλιεργηθούν κατά το ήμισυ ή το εν τέταρτο με όσπρια. Σύμφωνα με το Θεόφραστο τα κουκιά λειτουργούσαν ως καλό λίπασμα για τα χωράφια, ενώ τα ρεβίθια εξαντλούσαν τα εδάφη περισσότερο από όλα τα όσπρια. Οι εργασίες στα ακαλλιέργητα χωράφια κατά την περίοδο της αγρανάπαυσης περιελάμβαναν σύμφωνα με τον Ξενοφώντα, το ανακάτεμα του χώματος την άνοιξη με ζιζάνια και άχυρα που λειτουργούσαν ως φυτικό λίπασμα. Ο ίδιος πρότεινε επίσης το όργωμα με το άροτρο το καλοκαίρι στη μέση της ημέρας για να έρθουν τα αγριόχορτα στην επιφάνεια να τα ξεράνει ο ήλιος και να ψηθεί η γη.

Αποθήκευση σιτηρών

Μετά το λίχνισμα οι σωροί των αχύρων μεταφέρονταν στον αχυρώνα και ο καρπός αποθηκεύονταν. Η καλή φύλαξη των σιτηρών ήταν ιδιαίτερα σημαντική. Τα σιτηρά έπρεπε να φυλάσσονται σε στεγνό χώρο για να μην σαπίσουν και αναπτυχθούν ζωύφια. Πιο συγκεκριμένα έπρεπε να διατηρούνται σε υγρασία 10 με 15% και σε θερμοκρασία κάτω από τους 16 βαθμούς Κελσίου, σε χώρο προστατευμένο από πουλιά και ζωύφια. Στην Όλυνθο, όπως πληροφορούμαστε από το Θεόφραστο, οι κάτοικοι πασπάλιζαν τα σπέρματα του σιταριού με ένα είδος χώματος για να συντηρηθούν. Η αποθήκευση γινόταν σε λάκκους, σιρούς, ή πίθους ή στους σιτοβολώνες, σιτοβόλιον, όταν επρόκειτο για μεγάλες ποσότητες που ανήκαν στο κράτος ή στα ιερά. Από την πρώιμη εποχή του χαλκού μαρτυρούνται μεγάλες υπόγειες σιταποθήκες κοινοτικής δικαιοδοσίας. Η μεταφορά των καρπών γινόταν συνήθως με υποζύγια. Μέσα σε αμφορείς επάνω σε γεωργική άμαξα που την έσερναν ημιόνοι σε χωράφι, αναγνωρίζεται η μεταφορά των σιτηρών σε μελανόμορφη κύλικα από το Μουσείο του Λούβρου.

Σκύφος με παράσταση λιχνίσματος (500 π.Χ.)

Ζωγράφος του Θησέα, Αττικό κεραμικό εργαστήριο, Cambridge, Arthur M. Sackler Museum

Πρόκειται για έναν αττικό μελανόμορφο σκύφο που φέρει μία μοναδική παράσταση λιχνίσματος και μετρήματος των σιτηρών στον αγρό.

Περιγραφή

 

Στις δύο κύριες όψεις λιχνιστές εργάζονται γύρω από το σωρό των σιτηρών στο αλώνι, δίπλα σε μία ερμαϊκή στήλη. Στην α΄ όψη δύο άνδρες με καλάθια μεταφέρουν ή φορτώνουν τα αλωνισμένα σιτηρά και δίπλα τους ένας ιματιοφόρος άνδρας στηρίζεται σε βακτηρία και χειρονομεί. Ο σωρός ονοματίζεται θωμός και περιλαμβάνει τον καρπό και τα αλωνισμένα χοντρά άχυρα που δεν παρασέρνει εύκολα ο αέρας. Στη β΄ όψη απεικονίζεται ο νέος σωρός με το πρώτο λίχνισμα που αποτελείται από τους καθαρούς κόκκους του σιταριού, τους πυρούς, ενώ ο επόπτης της εργασίας είναι πιθανόν ο ιδιοκτήτης του αγρού. Στις δύο πλαϊνές όψεις του αγγείου απεικονίζεται αποθηκευτικός αμφορέας τον οποίο κρατά νέος άνδρας ο οποίος μετρώντας πιθανόν τα σιτηρά, με τον ογκώδη αμφορέα, κάνει τη δουλειά του σιτομετρητή ή πυρομετρητή.

Βιβλιογραφία

Φριτζίλας Α. Σ., "Το λίχνισμα και το μέτρημα των σιτηρών στην αρχαία ελληνική τέχνη", 394-400, στο Αρχαία Ελληνική Τεχνολογία, 2ο Διεθνές Συνέδριο, Πρακτικά, Αθήνα 2006.

Αγροτικά εργαλεία

 Το άροτρο

 Το άροτρο υπήρξε το πιο σημαντικό εργαλείο της αρχαίας αγροτικής καλλιέργειας. Ο Όμηρος και ο Ησίοδος αναφέρονται σ' αυτό. Ο Όμηρος αναφέρεται στο πηκτόν άροτρο, ενώ ο Ησίοδος συνέστηνε την κατασκευή δύο ειδών αρότρων, σε περίπτωση που έσπαγε το ένα, το αυτόγυον και το πηκτόν. Το αυτόγυον πρέπει να ήταν το παλιότερο μινωικό άροτρο, γνωστό από τα ιδεογράμματα της κρητικής ιερογλυφικής γραφής που επιβίωσε μέχρι το β΄ μισό του 6ου αιώνα π.Χ., ενώ το πηκτόν ήταν μία νέα εφεύρεση που μπορούσε να σπάσει πιο δύσκολα και έτσι δεν ήταν δυνατόν να αχρηστευθεί τελείως. Αυτό ήταν πιο πρακτικό, καθώς τα σπασμένα τμήματα μπορούσαν να αφαιρεθούν και να αντικατασταθούν από νέα.

Το ελληνικό αλλά και το ρωμαϊκό άροτρο ανήκουν στην κατηγορία του σπαστού αρότρου; (breaking plough), με συμμετρικότητα στο σχέδιο, διαφέροντας από τα σημερινά άροτρα, καθώς βασικά έσκαβαν το χώμα σε μικρό βάθος, γεγονός το οποίο ταίριαζε στα εδάφη της περιοχής.

Περιγραφή

Τα διάφορα μέρη του αρότρου ήταν κατασκευασμένα από ξύλο, εκτός από το προσαρμοσμένο τμήμα και τους τόρμους για την ένωση των μερών. Γενικά το βασικό σχήμα του αρότρου μέσα στα χρόνια παρέμεινε το ίδιο.

Το τιμόνι του αρότρου, ο λεγόμενος ιστοβοεύς, κατασκευάζονταν από ασαπές ξύλο δάφνης ή φτελιάς, το αλετροπόδι, το λεγόμενο έλυμα, από δρυ και ο γύης από πουρνάρι. Στο πηκτόν άροτρο ο γύης συνδεόταν με το έλυμα με ξύλινο γόμφο, ενώ στο αυτόγυον το έλυμα και ο γύης ήταν από το ίδιο ξύλο.

Σε αντίθεση με τα άροτρα με πλαίσιο, αυτά τα συμμετρικά αρχαία άροτρα δεν διαμόρφωναν επίστεψη. Σε περίπτωση που χρειάζονταν για να καλυφθεί ο καρπός ή για την αποστράγγιση, προσθαφαιρούμενες πτέρυγες χρησιμοποιούνταν για να πατάνε το χώμα δεξιά και αριστερά, διαμορφώνοντας κορυφογραμμές και αυλάκια. Από τα υπάρχοντα στοιχεία προκύπτει η διαπίστωση της εξέλιξης του μπροστινού μέρους του αρότρου από το χωρίς προστασία τμήμα στο προσθαφαιρούμενο μέρος, αρχικά από ξύλο και αργότερα από σίδηρο, με τα παλιότερα δείγματα να προέρχονται από τη Μεσοποταμία και με διάφορες ποικιλίες υνιών. Ο Πλίνιος (18. 171-2) αναφέρεται σε διάφορες περιπτώσεις υνιών, με πιο σημαντικό ένα sleeved σιδερένιο μέρος με μία κάθετη κόψη και με οριζόντιες κοφτερές ακμές σε κάθε πλευρά, για το όργωμα σκληρότερων εδαφών, το οποίο μάλιστα έκοβε παράλληλα και τις ρίζες από τα αγριόχορτα, εξοικονομώντας ταυτόχρονα χρόνο για τις μετέπειτα εργασίες. Ο Πλίνιος ως μεγάλη τεχνική εξέλιξη αναφέρει την προσθήκη δύο μικρών τροχών στο άροτρο στα ρωμαϊκά χρόνια, ως απάντηση στα πολύ σκληρά χώματα της περιοχής.

Σε χάλκινα συμπλέγματα του 600 π.Χ. απεικονίζεται αγρότης να οργώνει με ζεύγος βοδιών, με το ζυγό στερεωμένο στα κέρατα των ζώων, με ένα από αυτά να γυρίζει ανάποδα, βουστροφηδόν. Ο αγρότης κρατά με το ένα χέρι τη λαβή του αρότρου, ενώ το δεξί του πόδι είναι στο έδαφος και το αριστερό στο έλυμα. Στην αγγειογραφία πάλι ο ζυγός απεικονίζεται στον τράχηλο των ζώων, ο άνδρας κρατά με το ένα χέρι την εχέτλη και με το άλλο το κέντρον και από πίσω ένας άλλος καλύπτει τους σπόρους.

Άλλο ένα σχετικό με το όργωμα εργαλείο ήταν η μάκελλα, η αξίνα δηλαδή για την κάλυψη των σπόρων, το άνοιγμα αρδευτικών αυλακιών, το σκάψιμο και το σκάλισμα των δέντρων. Η μάκελλα είχε τη μία λεπίδα πλατιά και την άλλη κάθετη με αιχμηρή απόληξη.

Πηγές

Ησίοδος, Έργα και Ημέραι, 425-440:

"Πολλά είναι καμπύλα ξύλα, μα φέρε σταβάρι (γύης) όταν το βρεις στο σπίτι, ψάχνοντας στο βουνό ή στα χωράφια πουρναρένιο, γιατί αυτό είναι το πιο σίγουρο, να οργώνουν τα βόδια, όταν της Αθηνάς ο δούλος, στεριώνοντάς το στο αλετροπόδι (έλυμα), δένοντάς το με ξυλόκαρφα (γόμφους), το προσαρμόσει στο τιμόνι (ιστοβοεύς). Ετοίμασε δυο αλέτρια, στο σπίτι φτιάχνοντάς τα, μονοκόμματο (αυτόγυον) και συνδεμένο (πηκτόν), γιατί πολύ καλύτερο είναι αυτό, γιατί αν το ένα σπάσεις, το άλλο θα βάλεις στα βόδια. Από δάφνη και από φτελιά είναι το πιο ασκουλήκωτο τιμόνι, από δρυ το αλετροπόδι, το σταβάρι από πουρνάρι και το ζευγάρι εννιάχρονο σερνικά ν' αποχτήσεις, γιατί αυτών η δύναμη δεν κόβεται, αφού στην ακμή τους βρίσκονται αυτά είναι τα πιο καλά στη δουλειά. Αυτά δεν θα μαλακώσουν στο αυλάκι να σπάσουν το αλέτρι και να αφήσουν αγίνωτη τη δουλειά".

Προϊστορικά Δρεπάνια

Προϊστορική Περίοδος, Θήρα

Γενική εισαγωγή

Τα δρεπάνια σχετίζονται με το θέρισμα, με μία δηλαδή πρωτογενή αγροτική δραστηριότητα. Στο Ακρωτήρι πέρα από τα δρεπάνια από πυριτόλιθο, έχουν σωθεί επίσης δρεπάνια από οψιανό και μέταλλο. Η παρουσία τους συναντάται κατά κύριο λόγο εκτός οικισμού, καθώς σχετίζονται άμεσα με υπαίθριες δραστηριότητες, ενώ η εύρεσή τους σε κάποιες περιπτώσεις και μέσα στους οικισμούς δηλώνει τη φύλαξη και τη συντήρησή τους. Τα δρεπάνια της Νεολιθικής περιόδου αποτελούν το πιο συχνό εύρημα εργαλείων των σχετικών οικισμών. Σε γενικές γραμμές τα εργαλεία αυτά έχουν μορφή:

Α) βαθμιδωτή και Β) ευθύγραμμη

 

Περιγραφή

Βαθμιδωτά δρεπάνια

Τα βαθμιδωτά δρεπάνια έχουν τμήματα λεπίδων μικρού μήκους που τοποθετούνται λοξά ως προς τον επιμήκη άξονα του στελέχους. Η κατεύθυνση αυτή διαπιστώνεται με βάση τη στίλβη που αναπτύσσεται εγκάρσια προς τον επιμήκη άξονα του φορέα.

Ευθύγραμμα δρεπάνια

Στα ευθύγραμμα δρεπάνια ενθέματα από λεπίδες μικρού ή μεγάλου μήκους τοποθετούνται με την κόψη παράλληλη προς τον επιμήκη άξονα του στελέχους, ώστε να σχηματίζεται μία συνεχής, ευθύγραμμη κόψη. Εδώ η στίλβη αναπτύσσεται παράλληλα προς τον επιμήκη άξονα του φορέα. Γενικά τα δρεπάνια με ευθύγραμμη κόψη κυριαρχούν στη νεολιθική εποχή.

Σε περίπτωση που στόμωναν οι λεπίδες από τη χρήση, ανανεώνονταν με επεξεργασία και αποκτούσαν πυκνές οδοντώσεις, ενώ συνήθως αναστρέφονταν στην εγκοπή του στελέχους ώστε να χρησιμοποιηθούν μέχρι εξαντλήσεως και οι κόψεις της λεπίδας.

Μεγάλη αλλαγή επήλθε στα τέλη της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού, καθώς εμφανίστηκαν μεγάλα οδοντωτά στοιχεία με αμφιπρόσωπη επιδρομική ή επικαλύπτουσα επεξεργασία. Αυτά κατασκευάζονταν σε μεγάλες φολίδες και για πρώτη φορά σε πλάκες πυριτόλιθου.

Η μορφή των δρεπανιών με τα μεγάλα γεωμετρικά αμφιπρόσωπα στοιχεία συνεχίζεται και κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού. Ο φορέας δεν είναι πια οι κανονικές στενές λεπίδες, αλλά μεγάλες φολίδες και συχνά πλακέτες πυριτόλιθου οι οποίες διατηρούν το φλοιό στις δύο όψεις.

Υλικό κατασκευής

Όλα τα δρεπάνια της Νεολιθικής και της Πρώιμης Εποχής Χαλκού γίνονται σχεδόν εξολοκλήρου από πυριτόλιθο. Ο μηλιακός οψιανός χρησιμοποιείται σε ορισμένες μόνο περιπτώσεις. Η λεπίδες από πυριτόλιθο καλής ποιότητας θα πρέπει να ήταν βασικά προϊόν ανταλλαγής, μέσω ενός σχετικού υπάρχοντος δικτύου επαφών.

Βιβλιογραφία

Μουνδρέα Αγραφιώτη Α., "Αγροτικές καλλιέργειες, μεταποίηση αγροτικών προϊόντων και λίθινα εργαλεία στο Ακρωτήρι της Θήρας", 469-484, στο Αρχαία Ελληνική Τεχνολογία και Τεχνική από την προϊστορική μέχρι την ελληνιστική περίοδο με έμφαση στην προϊστορική εποχή, Πρακτικά Συνεδρίου, 2004.

Επιστημονική Επιμέλεια : Δρ Κώστας Νικολαντωνάκης, Βάλεια Αμοιρίδου

Τελευταία Ενημέρωση στις Παρασκευή, 13 Μάιος 2011 06:38  

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

ΜΕΓΑΛΕΣ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕΙΣ

1944

Γίνεται η πρώτη εμπορική χρήση του τεφλόν για την επίστρωση τηγανιών.

Μαθητικο Συνεδριο Πληροφορικης

ΤVSpot Τεχνικού Μουσείου